Τα πέντε πιο τρομακτικά ψυχολογικά πειράματα

Author: Χωρίς σχόλια Share:

Παρακάτω σας παρουσιάζουμε τα πέντε πιο τρομακτικά και κατακριτέα ψυχολογικά πειράματα στη σύγχρονη ανθρώπινη ιστορία.

Το πείραμα του Μίλγκραμ

To 1961, στο Πανεπιστήμιο του Yale, ένας νεαρός ψυχολόγος που ονομαζόταν Στάνλεϊ Μίλγκραμ επινόησε ένα έξυπνο πείραμα, που κατάφερε να αποδείξει πόσο εντελώς έχει χαθεί κάθε ελπίδα για την ανθρωπότητα.

Τα υποκείμενα του πειράματος ήταν εθελοντές, κυρίως φοιτητές, οι οποίοι καλούνταν να συμμετέχουν σε ένα ψυχολογικό πείραμα σχετικό με τη μνήμη. Όριζε τους φοιτητές σε ζεύγη και –μετά από μια εικονική κλήρωση- ο ένας έπαιρνε το ρόλο του «μαθητευομένου» και ο άλλος του «δασκάλου».

Ο έκπληκτος «μαθητευόμενος» δενόταν χειροπόδαρα σε μια ηλεκτρική καρέκλα και του περνούσαν ηλεκτρόδια σε όλο το σώμα. Έπειτα του έδιναν να μάθει δέκα ζεύγη λέξεων.

Ο «δάσκαλος», από την άλλη, καθόταν μπροστά σε μια κονσόλα ηλεκτρικής γεννήτριας. Μπροστά του δέκα κουμπιά με ενδείξεις: «15 βολτ, 30 βολτ, 50 βολτ κλπ.» Το τελευταίο κουμπί έγραφε: «450 βολτ. Προσοχή! Κίνδυνος!»

Ο «δάσκαλος», έπρεπε κάθε φορά που ο «μαθητευόμενος» έκανε λάθος να πατάει και το αμέσως επόμενο κουμπί. Αισθανόταν τυχερός που δεν βρισκόταν στη θέση του μαθητή.

Το πείραμα ξεκινάει. Ο «δάσκαλος» λέει τις λέξεις από το μικρόφωνο. Ο «μαθητευόμενος», ήδη τρομαγμένος, απαντάει σωστά, αλλά όχι για πολύ. Μόλις κάνει το πρώτο λάθος ο «δάσκαλος» γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος του λέει να προχωρήσει στο πρώτο ηλεκτροσόκ. Ο «δάσκαλος» υπακούει. 15 βολτ δεν είναι πολλά, αλλά ο «μαθητευόμενος» έχει αλλάξει ήδη γνώμη. Παρ’ όλα αυτά απαντάει σωστά σε άλλη μια ερώτηση, αλλά στο επόμενο λάθος δέχεται 30 βολτ. «Αφήστε να φύγω», λέει ο «μαθητευόμενος» που δεν μπορεί να λυθεί. «Δε θέλω να συμμετάσχω σε αυτό το πείραμα.» Ο «δάσκαλος» κοιτάει τον πειραματιστή. Εκείνος του κάνει νόημα να συνεχίσει.

Τα βολτ αυξάνονται και τώρα πια ο πόνος είναι εμφανής στο πρόσωπο του «μαθητευόμενου», που εκλιπαρεί να τον αφήσουν ελεύθερο. Στα 200 βολτ ταρακουνιέται ολόκληρος. Ο «δάσκαλος» πριν κάθε ηλεκτροσόκ γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος, με σταθερή φωνή, του λέει ότι το πείραμα πρέπει να συνεχιστεί. Ο «δάσκαλος» συνεχίζει να βασανίζει έναν άγνωστο, έναν απλό φοιτητή που κλαίει, ζητάει τη βοήθεια του Θεού και παρακαλεί να τον λυπηθούν. Δεν μπορεί πια να απαντήσει στις ερωτήσεις, αλλά ο πειραματιστής λέει στο «δάσκαλο»:

«Τη σιωπή την εκλαμβάνουμε ως αποτυχημένη απάντηση και συνεχίζουμε με την τιμωρία.»

Στα 345 βολτ ο «μαθητευόμενος» τραντάζεται ολόκληρος, ουρλιάζει και χάνει τις αισθήσεις του.
Ο «δάσκαλος», ιδρωμένος και με τα χέρια του να τρέμουν, κοιτάει τον πειραματιστή.

«Μην ανησυχείτε», λέει εκείνος, «το πείραμα είναι απολύτως ελεγχόμενο… Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»

«Μα είναι λιπόθυμος», λέει ο «δάσκαλος».

«Δεν έχει καμιά σημασία. Το πείραμα πρέπει να ολοκληρωθεί. Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»

Πόσοι από τους εθελοντές έφτασαν ως τον τελευταίο μοχλό;
Πριν ξεκινήσει το πείραμα του ο Μίλγκραμ είχε κάνει μια «δημοσκόπηση» ανάμεσα στους ψυχιάτρους και στους ψυχολόγους, ρωτώντας ‘τους τι ποσοστό των εθελοντών θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό.
Σχεδόν όλοι απάντησαν ότι κανείς δε θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό, πέρα ίσως από κάποια άτομα με κρυπτοσαδιστικές τάσεις, καθαρά παθολογικές.

Δυστυχώς έκαναν λάθος.

Μόλις το 5% των «δασκάλων» αρνήθηκαν εξ’ αρχής να συμμετάσχουν σε ένα τέτοιο πείραμα και αποχώρησαν –συνήθως βρίζοντας τον πειραματιστή. Το υπόλοιπο 95% προχώρησε πολύ το πείραμα, πάνω από τα 150 βολτ. Και το 65%… Έφτασε μέχρι τον τελευταίο μοχλό, τα πιθανότατα θανατηφόρα 450 βολτ!

Που έγκειται η φάρσα;

Ο «μαθητευόμενος» δεν ήταν φοιτητής, αλλά ηθοποιός, που είχε προσληφθεί από το Μίλγκραμ για αυτόν ακριβώς το «ρόλο». Δεν υπήρχε ηλεκτρισμός ούτε ηλεκτροσόκ. Ο ηθοποιός υποκρινόταν. Το μοναδικό πειραματόζωο ήταν ο «δάσκαλος».  Όμως τα αποτελέσματα ήταν αληθινά: Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων θα υπακούσει και θα βασανίσει –ίσως και θα σκοτώσει- έναν άγνωστο του, αρκεί να δέχεται εντολές από κάποιον με κύρος (στην προκειμένη περίπτωση επιστημονικό) και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι δεν τον βαρύνει η ευθύνη για ό,τι συμβεί –αφού εκείνος «απλά ακολουθούσε τις διαταγές».  Και φυσικά οι περισσότεροι από εμάς θα σκεφτούν όταν μάθουν για αυτό το πείραμα: «Εγώ αποκλείεται να έφτανα ως τον τελευταίο μοχλό.»

 

Το πείραμα φυλάκισης του Στάνφορντ

Το Πείραμα φυλάκισης του Στάνφορντ ήταν ένα πείραμα πάνω στις ψυχολογικές επιπτώσεις που επιφέρει η μετατροπή ενός ατόμου σε φυλακισμένο ή δεσμοφύλακα. Το πείραμα διεξήχθη το 1971 από την ερευνητική ομάδα του Καθηγητή Ψυχολογίας Φίλιπ Ζιμπάρντο του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ.

Εικοσιτέσσερις φοιτητές επιλέχθηκαν από 70 για να παίξουν τους ρόλους των φυλακισμένων και των δεσμοφυλάκων και να ζήσουν σε μια υποτιθέμενη φυλακή που είχε δημιουργηθεί για τους σκοπούς του πειράματος στο υπόγειο του κτιρίου της Επιστήμης της Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ. Η επιλογή των υποψηφίων έγινε με βάση την απουσία ψυχολογικών και ιατρικών προβλημάτων, αλλά και ποινικού μητρώου, έτσι ώστε να αποτελούν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα για την επιστημονική παρατήρηση. Οι ρόλοι μοιράστηκαν μετά από ρίψη κέρματος (κορώνα ή γράμματα).

Οι φυλακισμένοι και οι δεσμοφύλακες μπήκαν κατευθείαν στους ρόλους τους προχωρώντας τους ρόλους του όμως πέρα από τις προβλέψεις, οδηγούμενοι σε επικίνδυνες και ψυχολογικά καταστροφικές καταστάσεις. Το ένα τρίτο από τους φρουρούς κρίθηκε ότι επέδειξαν “γνήσια” σαδιστικές τάσεις, με αποτέλεσμα αρκετοί φυλακισμένοι να τραυματιστούν ψυχολογικά και δύο από τους φοιτητές να αποχωρήσουν νωρίς από το πείραμα. Μετά την κατάρρευση ενός φοιτητή από τις απάνθρωπες συνθήκες που επικρατούσαν στη φυλακή και συνειδητοποιώντας ότι είχε παθητικά επιτρέψει ανάρμοστες συμπεριφορές να λάβουν χώρα κάτω από την εποπτεία του, ο Ζιμπάρντο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τόσο οι φυλακισμένοι όσο και οι δεσμοφύλακες είχαν ταυτιστεί υπερβολικά με τους ρόλους τους, με αποτέλεσμα να τερματίσει το πείραμα μετά από έξι μέρες.

Ο Ζιμπάρντο θεώρησε ότι το πείραμα κατέδειξε πως οι προσωπικότητες των ανθρώπων θα μπορούσαν να αλλοιωθούν άρδην όταν τους δίδεται θέση εξουσίας. Ο Ζιμπάρντο επίσης αναγνώρισε ότι κάποιοι φύλακες είχαν προσπαθήσει να αλλάξουν το σύστημα, αρνούμενοι να υποκύψουν στο Σύστημα. Τόσο όμως οι περισσότεροι δεμσοφύλακες όσο και οι κρατούμενοι συμπεριφέρθηκαν και ενήργησαν με τον τρόπο που πίστευαν ότι ήταν ο ενδεδειγμένος.

Τα αποτελέσματα του πειράματος έχουν χρησιμοποιηθεί σε πολλές περιπτώσεις υποθέσεων στα Ανώτατα Δικαστήρια, στην προσπάθεια πολλών να καταδείξουν ότι οι δεσμοφύλακες πρέπει να έχουν σαφείς οδηγίες και κατευθύνσεις λειτουργίας του πλαισίου τους, οριζόμενο από το υψηλότερο επίπεδο Νόμων και Αρχών, ώστε να αποφευχθεί η κακοποίηση των κρατουμένων.

 

Το πείραμα της Απελπισίας με τα πιθηκάκια

 

Δεν είναι ανήθικα μόνο τα πειράματα απέναντι στους ανθρώπους, αλλά και στα ζώα. Διαφορετικά ζώα – αυτό είναι το σωστό, γιατί και εμείς ζώα είμαστε, είτε μας αρέσει είτε όχι – φέρουν το κύριο βάρος του ανθρώπινου πάθους για ανακάλυψη.Οι πίθηκοι αναγκάζονται να υποβληθούν σε επεμβάσεις για να μάθουν τις αντιδράσεις στον οργανισμό. Τα ποντίκια αναγκάζονται να φοβερίσουν το ένα το άλλο μέχρι να είναι αρκετά απελπισμένα ώστε να δούμε τη χρησιμότητα των αντικαταθλιπτικών

Το πείραμα έγινε σε μια ομάδα ρέζους πιθήκους μακάκους από τον Harry Harlow, έναν ψυχολόγο εκπαιδευμένο στο Standord. Στη δεκαετία του ’60 και του ’70 Harlow ήθελε να εξετάσει το ζήτημα της αγάπης και το ρόλο της στη διαμόρφωση των κοινωνιών, εξετάζοντας τι συμβαίνει σε πιθήκους – μωρά που φυλάσσονται από τις μητέρες τους.

Τα τοποθέτησε με δυο είδη «θετών» μητέρων. Η μια ήταν συρμάτινη και κρύα και η άλλη ήταν από μαλακό πανί και ζεστή.

Όλα τα πιθηκάκια ήπιαν ίδιες ποσότητες γάλα και μεγάλωσαν φυσικά με τον ίδιο ρυθμό. Αλλά οι ομοιότητες τους έληγαν εκεί.. Οι πίθηκοι που είχαν μαλακή, απτική επαφή με τους πιθήκους πανί συμπεριφέρονταν εντελώς διαφορετικά από πιθήκους των οποίων οι μητέρες είχαν πραγματοποιηθεί από το κρύο, σκληρό σύρμα.

Ο Harlow υπέθεσε ότι τα μέλη της πρώτης ομάδας ωφελούνταν από μια ψυχολογική-συναισθηματική προσήλωση σε αντίθεση με τα μέλη της δεύτερης. Με την παροχή και την διαβεβαίωση για την ασφάλεια των βρεφών, η ανάπτυξη έγινε με φυσιολογική “τροχιά”.

Κατά τα επόμενα πειράματα ο Harlow τοποθέτησε  τα υποκείμενά του, τους πρώτους οκτώ μήνες της ζωής τους  σε απόλυτη απομόνωση, και τους στέρησε την επαφή τους με τα πιθηκάκια της ηλικίας τους και την επαφή τους με τη μητέρα τους. Ήταν κάτι που τα οδήγησε σε μη αναστρέψιμη βλάβη.Ο Harlow και οι συνάδελφοί του επανέλαβαν τα πειράματα αυτά, υποβάλλοντας βρέφη πιθήκων σε ποικίλες περιόδους στην έλλειψη μητέρας. Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η επίδραση της πρώιμης στέρησης της μητέρας θα μπορούσε να ανατραπεί σε πιθήκους μόνο αν είχε διαρκέσει λιγότερο από 90 ημέρες, και εκτιμάται ότι το αντίστοιχο για τον άνθρωπο είναι έξι μήνες.

Η μελέτη των Τεράτων

 

Ο ψυχολόγος Wendell Johnson από το Πανεπιστήμιο της Αϊόβα πραγματοποίησε πείραμα που περιελάμβανε 22 ορφανά ώστε να μελετήσει τις επιδράσεις της θετικής και της αρνητικής κριτικής. Τα παιδιά της μίας ομάδας απολάμβαναν συνεχώς επαίνους για τα κατορθώματά τους, ενώ τα παιδιά της δεύτερης ομάδας γίνονταν αντικείμενο αρνητικών σχολίων για κάθε λάθος που έκαναν. Οι επιπτώσεις για τα παιδιά της δεύτερης ομάδας ήταν τρομερές: οι σχολικές τους επιδόσεις συνεχώς χειροτέρευαν, τα παιδιά έγιναν πιο εσωστρεφή και εκδήλωσαν διαταραχές ομιλίας. Το 2007, έξι από τα παιδιά που συμμετείχαν στο πείραμα έλαβαν χρηματική αποζημίωση για ψυχική οδύνη.

 

Το πείραμα του Μικρού Άλμπερτ

 

Το πλέον διάσημο, αλλά και αμφιλεγόμενο, πείραμά του είναι το αποκαλούμενο “Little Albert”. Το εν λόγω πείραμα έγινε στο πανεπιστήμιο John Hopkins. Ο Watson πήρε ένα βρέφος 9 μηνών, το οποίο ονόμασε Albert, με στόχο να αποδείξει πως οι φοβίες του ανθρώπου δεν είναι εγγενείς, αλλά είναι αποτέλεσμα του περιβάλλοντος που μεγαλώνουμε και πως αυτές οι φοβιες μπορούν να ελεγχθούν. Ο Watson τοποθέτησε τον Albert σε ένα δωμάτιο και τον έφερε σε επαφή με ένα λευκό ποντίκι. Ο Albert, όπως είχε προβλέψει ο Watson, δεν φοβήθηκε, αντίθετα έπαιζε με αυτό.

Στη συνέχεια ο Watson προκαλούσε ένα δυνατό θόρυβο κάθε φορά που ο Albert άγγιζε τον ποντικό με αποτέλεσμα το βρέφος να φοβάται και να κλαίει. Μετά από πολλές επαναλήψεις ο Albert δεν πλησίαζε το ποντίκι, ενώ έκλαιγε κάθε φορά που το έβλεπε. Μάλιστα, ο μικρός Albert φοβόταν όταν αντίκριζε κάθε αντικείμενο που έμοιαζε με το λευκό ποντίκι. Το πείραμα προκάλεσε αρκετές αντιδράσεις, κυρίως επειδή ο Watson δεν ασχολήθηκε στη συνέχεια με το να ξεπεράσει ο μικρός Albert τη φοβία, που ο ίδιος ο ψυχολόγος του δημιούργησε.

 

Βοηθητικές Πηγές: tvxs, tvxs, onmed

 

 

Previous Article

Οι πέντε πιο παράξενοι δολοφόνοι όλων των εποχών (Μέρος Α)

Next Article

Φωτογραφίες από Drones, μας δείχνουν την αστική δόμηση του Hong Kong

Διαβάστε επίσης: