Ο δρόμος προς τη φυλακή (Γράμμα ενός άγνωστου φίλου)

Author: Χωρίς σχόλια Share:

 

Τη ζωή σου ζήσε μην την αφήνεις απλά στην ύπαρξή της και στην απραξία της κοινωνικοποίησης.

Εμένα λοιπόν που με διαβάζεις, με βρήκαν σε μια φυλακή. Σε μια φυλακή δίχως φύλακες, μα με πολλούς κρατουμένους. Χωρίς διοίκηση ή διευθυντές αλλά με πολύ μεγάλα τείχη. Θα μου πεις βέβαια, τι σόι φυλακή είναι αυτή και ποιος με βρήκε. Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι. Πρέπει να ήμουν τριών-τεσσάρων χρονών όταν άρχισα να καταλαβαίνω, και από κει και έπειτα θυμάμαι, γι’ αυτό και λέω με βρήκαν.

Η μάνα μου, ο πατέρας μου, η αδερφή μου και εγώ ζούσαμε σ’ ένα κελί 120 τ.μ., είχαμε όμως όλες τις ανέσεις και τις ευκολίες, ζεστό νερό, φαγητό κρεβάτι, μέχρι και την δυνατότητα να περιφερόμαστε και σε γειτονικά αλλά και μακρινά κελιά.

Στο μέρος στο οποίο ζούσαμε ήταν «κανόνας», αν και ο πατέρας μου ποτέ δεν τον χρησιμοποίησε, ο πατέρας να δείρει με τη ζωστήρα του το παιδί που έκανε βλακείες. Μπορεί φύλακες να μην υπήρχαν όμως υπήρχε μια αντίστοιχη αντιμετώπιση απ’ το ευρύ κοινωνικό μας σύνολο.

Τα χρόνια πέρναγαν και έπρεπε, λέει, να πάω σε μια καινούργια φυλακή κάθε μέρα το πρωί και να γυρνάω μεσημέρι. Φυλακή μέσα στην φυλακή ήταν χωρίς αυτό να είναι μακριά απ’ το κελί μας, για να μάθω, λέει, πράγματα. Η αδερφή μου που είχε πάει δεν της άρεσε, γιατί λοιπόν ,σκεφτόμουνα, να πάω και γω, αφού πήγε εκείνη και δεν της άρεσε, τι ήθελαν; Να πάω και γω να τους πω τη γνώμη μου;

Σ’ αυτή τη φυλακή τα είχε όλα όμως: φύλακες, κάγκελα, καθώς και ανθρώπους που προσπαθούσαν να με πείσουν πως είχαν δίκιο σε ό, τι και αν έλεγαν. Μάλιστα δεν τους ένοιαζε η πίστη μου, αλλά ήθελαν να μάθω να τα λέω και γω. Αυτός ήταν ο «κανόνας» της φυλακής αυτής. Του ανθρώπους αυτούς εύκολα τους διέκρινες: πιο ψηλοί από εμάς, με γυαλιά πολλές φορές και με βιβλία στο χέρι. Αν έβλεπες κάποιον με βιβλία, σήμα κατατεθέν, έπρεπε να γίνεις ο παπαγάλος του χωρίς να ξέρεις το γιατί, και να ρώταγες δηλαδή δε σου έλεγαν μόνο λέγε σου έλεγαν. Για να έχουν τόση αυτοπεποίθηση, είπα, δε βαριέσαι κάτι θα ξέρουν, ακούγονταν πολύ σίγουροι για το έργο που διατελούσαν πάνω μου.

Άκουσα πολλά πράγματα, παράξενα και όμορφα σ’ αυτή τη φυλακή, αλλά ποτέ δεν έπαψα να τα αμφισβητώ, βλέπεις δεν μου άρεσε η σιγουριά στον τόνο της φωνής τους, με αποτέλεσμα να είμαι έρμαιο της διάθεσης των ανθρώπων αυτών στο τέλος της χρονιάς για παρατηρήσεις και βαθμολογίες, ναι βαθμολογίες! Ένιωθα λίγο σαν κακό εκτελεσμένο τραγούδι στο «Fame story» όταν οι άνθρωποι με τα βιβλία έλεγαν: «καλό παιδί ανήσυχο όμως, 7». Στάσου λίγο στάσου έλεγα, σου ζήτησα κύριε να με κρίνεις; «Κανόνες», έλεγαν. Αλλά όχι μόνο με έκριναν χωρίς να το ζητήσω, αλλά στεναχωρούσαν και τη μάνα μου ότι δε διάβαζα ιστορία, λέει. Μα διαβάζω ιστορία, και διαβάζω ακόμα. Διαβάζω την ιστορία του ελληνικού πολιτισμού, του τραγουδιού, της δημοκρατίας, της γλυπτικής, της Ελλάδας. Τι τους ένοιαζε αν δεν γνώριζα τότε το πως πέθανε ο Αθανάσιος Διάκος; Αυτό είχε σημασία; Ο τρόπος που πέθανε ή το πως έζησε ηρωικά μέσα στην ελληνική επανάσταση θυσιάζοντας τη ζωή του για το έθνος; «Ό, τι γράφει το βιβλίο είναι ο κανόνας», έλεγαν. «Μα ξέρω κι άλλα πράγματα που δεν τα γράφουν τα βιβλία που μου δώσατε και δεν γνωρίζω και γιατί δεν τα γράφουν; Γιατί δεν γράφουν για τον Τσιτσάνη, τον Χατζηδάκη, τον Ελ Γκρέκο, τον Άσημο, τον Σιδηρόπουλο;», έλεγα. Δεν τους ενδιέφεραν, το μόνο που τους έννοια ήταν να μπορέσουν να με κρίνουν στο τέλος με γνώμονα το βιβλίο, αυτός ήταν ο «κανόνας».

Όντως ποτέ δεν μπόρεσα να πάρω βαθμό, στο μάθημα της ιστορίας, μεγαλύτερο από αυτόν της θερμοκρασίας ενός ψυγείου.

Τώρα που έχω φύγει απ’ αυτήν τη φυλακή πολλοί συγκρατούμενοί μου οδηγήθηκαν σε άλλες και εγώ σε μια πολύ μεγάλη, εκείνη του οικονομικού πανεπιστημίου Αθηνών. Μεγάλη φυλακή, με ανοιχτές πόρτες.

Προχωρούσα, λοιπόν, προς τα τείχη της μεγάλης φυλακής της Αθήνας. Το ταξίδι μου ήταν μεγάλο αλλά τελικά έφτασα. Τέσσερα χρόνια έκανα να προσανατολιστώ και βρέθηκα κοντά, μπροστά στον τεράστιο τοίχο.  Κοιτάζοντας, λοιπόν, προς τον τοίχο αυτόν δεν μπορούσα παρά να διακρίνω μια επιγραφή με μικρά γράμματα στην κορυφή του. Ανήσυχος, όντας εγώ, δεν μπορούσα να το αφήσω έτσι, έπρεπε να την διαβάσω.

Πέρασαν μέρες, μήνες, αλλά τίποτα δεν μπορούσα να βρω που θα με ανέβαζε τόσο ψηλά. Το παράτησα, και άρχισα να διαβάζω, τα πάντα για απροσάρμοστους, για επαναστάτες, να διαβάζω τις σκέψεις τους, τις δημιουργίες τους. Δε μ’ ένοιαζε πια να διαβάσω την επιγραφή, δεν κοίταζα πια, μέσα στα αριστουργήματα είχα κλείσει την ανησυχία μου.

Μια μέρα, πως το φέρνει η τύχη και οδηγάς στην λεωφόρο AΑλεξάνδρας στον ύψος του πεδίου του Άρεως όταν κλείνει ο δρόμος και κάνουν έργα. Αναγκάζομαι να στρίψω αριστερά , εκεί προς τον τοίχο. Φτάνοντας στην πλατεία, δεν διέκρινα πλέον τα τείχη να ‘ναι μεγάλα. Από το ύψος που είχαν και δεν σε άφηναν να βρεις τον ήλιο, ήταν παρά μονάχα ένα μικρό πεζούλι της πλατείας Εξαρχείων που πάνω του έγραφε σε μια ζωγραφιστή σημαία  «ΚΟΙΝΩΝΙΑ».

M.A.

Previous Article

Οι Γυναίκες των SS

Next Article

ΕΡΕΙΠΙΑ (RUINS) – Οροθετικές γυναίκες. Το χρονικό μιας διαπόμπευσης

Διαβάστε επίσης: