Ενθυμούμενος την λήθη

Author: Χωρίς σχόλια Share:

Αύγουστος μήνας και η πόλη έρημος τόπος είναι την εβδομάδα του δεκαπενταύγουστου. Ο ήλιος φωτεινός, ενώ οι ακτίνες του ικανές το δέρμα να κάψουν με το πρώτο δειλό άγγιγμά. Τα παραθυρόφυλλα διάπλατα ανοιγμένα καθιστώντας ικανή τη ροή ενός ρεύματος αέρα εντός του σπιτιού, ικανή να δώσει στον Φίλιππο μια ψευδή ιδέα δροσιάς, την ώρα που καθισμένος πίσω από το μικρό του γραφείο ατενίζει τον άδειο δρόμο βυθισμένος στο κενό του προσπαθώντας παράλληλα να γευτεί τις ασθενείς νότες της θαλασσινής αύρας.

Η μέρα του από το πρωί είναι διαποτισμένη με μια έντονη αίσθηση μελαγχολίας και σκεπτικισμού, απόρροια της χθεσινοβραδινής του εξόδου με τους παλιούς του φίλους από την σχολή. Μισό αιώνα τώρα κρατάει αυτή η φιλία και δεν χάνουν ποτέ ευκαιρία να βρίσκονται μια φορά κάθε εβδομάδα και να συζητούν με την ίδια ρώμη και ένταση που είχαν όπως όταν ήταν εικοσάχρονα παλικαράκια την δεκαετία του ’60.

Το κοινωνικοπολιτικό πεδίο πάντα κατείχε πρωτεύοντα ρόλο γύρω από το κυκλικό τραπεζάκι στην πίσω δεξιά γωνία του στεκιού τους, μα το χθεσινό βραδάκι με την απαραίτητη αρωγή του νοσταλγικού αρώματος του αλκοόλ, ο φτερωτός έρωτας εισήλθε στο πηγαδάκι τους μετατρέποντας τις ασθενείς σπίθες της μνήμης τους σε φωτιές που σιγά-σιγά έκαιγαν το χρονοντούλαπο των αναμνήσεών τους, αφήνοντας αυτές ελεύθερες να λικνίζονται αισθησιακά αντάμα με τον καπνό των τσιγάρων τους. Ο χορός αυτός ήταν που το βλέμμα του μαγνήτισε τη στιγμή που είδε να διαγράφεται νοερά η εικόνα της και αίφνης να χάνεται ξανά στοιχειώνοντας την σκέψη του.

Γυρίζει το κεφάλι του δεξιά, κοιτώντας τον απέναντι τοίχο παρατηρεί κρεμασμένο εκεί το πτυχίο του από την πολυτεχνική σχολή του ΕΜΠ και παραδίπλα μια από τις λιγοστές φωτογραφίες που είχε στο σπίτι του, οι δύο γονείς του σε ένα παραθαλάσσιο μέρος αγκαλιασμένοι στην αμμουδιά κάτω από ένα πεύκο. Δύο κάδρα, ξεκάθαρα πλαίσια αναλογίζεται, σταθμοί στον τοίχο της ζωής του, όπου τα τρένα έμειναν βαλτωμένα αναβάλλοντας του ταξιδιού την συνέχεια για ένα μέλλον αόριστα προσδιορισμένο. Ο πατέρας του ξεκάθαρο ανδρικό μυαλό, δεν ζητούσε τίποτα άλλο από τον Φίλιππο στην ζωή παρά να πάρει το τιμόνι του αρχιτεκτονικού του γραφείου, του πραγματικού του τέκνου.

Το σκεπτικό του ήταν συνυφασμένο με την λογική της ανταπόδοσης, δεν στερούσε τίποτα από τον μοναχογιό του, τον Φίλιππο, με απώτερο σκοπό να του ξεχρεώσει αυτό. Είναι αλήθεια πως σύμφωνα με τα πρότυπα της κοινωνίας αυτή η στάση του τον καθιστούσε σωστό πατέρα και τον Φίλιππο έναν τυχερό νέο, ασχέτως αν η μέρα της γέννησής του σηματοδοτούσε και την αντίστοιχη του χρέους του, ένα χρέος που η αποπληρωμή του θα αποτελούσε τον πρώτο εικονικό του θάνατο. Δίπλα σε αυτόν τον κοινωνικά ορθό πατέρα, η χαμογελαστή μητέρα, όπου η καλοσύνη της ξεχείλιζε παράλληλα με την αγάπη για τον κανακάρη της.

Μια αγάπη που υπέγραφε το συμβόλαιο της αιώνιας πίστης με ποταμούς δακρύων απέναντι στα διάφορα εφηβικά καμώματα του ανήσυχου μυαλού του, βάζοντας περίτεχνα στο τέλος της δακρύβρεχτης σελίδας με αχνά γράμματα τον ένα και μοναδικό της όρο, να μην απομακρυνθεί ποτέ από κοντά της. Ξεκάθαρες σχέσεις σε ένα ομιχλώδες τοπίο παρούσας απουσίας του πατέρα δεν ήταν δυνατό να διαφανούν, όπως και οι ερωτικές νότες από την πλευρά της που αναζητούσαν να καλύψουν αυτή την έλλειψη.

Τα στίγματα που του άφησε αυτή η προοπτική της εγωιστικής αγάπης εκ μέρους των γονιών του έμειναν ανεξίτηλα στην μνήμη του, σημάδια χαραγμένα πια με την μορφή ρυτίδων στο σπασμένο από τον χρόνο πρόσωπό του. Βολεύονταν όμως εντός αυτού του περιβάλλοντος, συμβιβασμένος στην κάθε μορφή εξουσίας, εν αρχή της οικογένειάς του και εκ των υστέρων αυτής της αρχιτεκτονικής σχολής.

Πάντα πιστός στους καθηγητές του παρέμενε, ανοίγοντας τους πνευματικούς ορίζοντες του μέχρι ενός ορίου επακριβώς ορισμένου από αυτούς, χαρίζοντάς του ένα άριστο πτυχίο. Η ανταπόδοση αυτής της εν ολίγοις δουλικής συμπεριφοράς του ήταν η καταξίωσή του ως από τους πλέον διάσημους αρχιτέκτονες της γενιάς του. Το γραφείο του θεωρούνταν από τα σπουδαιότερα της χώρας που καμιά πολιτική ή κοινωνική αλλαγή στο σκηνικό του κράτους δεν ήταν δυνατόν να επηρεάσει την ολοένα και περισσότερο ανοδική πορεία του.

Σύννεφα θλίψης έχουν κυριεύσει το μικρό του γραφείο κάνοντας την αντίθεση με την ηλιόλουστη αυγουστιάτικη μέρα να μοιάζει κάπως κωμική. Αναθεματίζει τον εαυτό του για την στάση του, για την ατολμία, να εκφράσει τις επιθυμίες του, που έδειχνε χρόνια ολόκληρα απέναντι στους άλλους, απέναντι στην ίδια την ζωή του. Το χέρι του ενστικτωδώς ανοίγει το δεξί συρτάρι του γραφείου ανασύροντας από μέσα ένα πακέτο γράμματα μιας ζωής που οικιοθελώς ο ίδιος έθαψε στο νεκροταφείο της λήθης του.

Με τα μάτια του ερμητικά κλειστά, πιάνει τον εαυτό του να τα μυρίζει, έχουν διατηρήσει παρά το πέρας δύο δεκαετιών ακόμη το άρωμα που χρησιμοποιούσε για να τα αρωματίζει προσδίδοντάς τους ταυτότητα μοναδική. Μνήμες και έρωτας αναμιγνύονται με την μυρωδιά της θαλασσινής αύρας και σχεδόν συνωμοτικά του φέρνουν στο νου εικόνες από τα λυτά καστανόξανθα μαλλιά της να μπλέκονται στις άκρες των δακτύλων του καθώς γεύεται αχόρταγα το υγρό κόκκινο φιλί της.

Ανοίγει ξαφνικά τα μάτια του με τον κρυφό πόθο απέναντι του να βρίσκεται αυτή σε απόσταση ικανή ώστε τεντώνοντας το χέρι του να αγγίξει την αλαβάστρινη επιδερμίδα της. Αντί αυτού όμως αντικρίζει στους κίτρινους από τον χρόνο πια φακέλους μονάχα το όνομά της, γράμματα καλλιγραφικά, ανάλαφρα, σαν φύλλα που χορεύουν στου ανέμου τη μελωδία.

Η Άννα φοιτούσε στην ανώτατη σχολή καλών τεχνών, οι δυο σχολές τότε γειτνίαζαν καθιστώντας προσιτή την γνωριμία τους. Από εκείνη την εποχή θυμόνταν τις έντονες διαφορές που είχαν μεταξύ τους σε επίπεδο ακαδημαϊκό. Η αρχιτεκτονική διατηρούσε έστω και επιμελώς κρυμμένο ένα δεσποτισμό εν αντιθέσει με την σχολή καλών τεχνών που προωθούσε την έννοια της ελεύθερη επιλογής, επιθετικός προσδιορισμός έντονης βαρύτητας ακόμη και για την σημερινή εποχή.

Είχε επιλέξει την γλυπτική για τομέα εξειδίκευσης χάρη στον καθηγητή της, άνθρωπος χαρισματικός, όπου διάνοιγε, για τους διψασμένους για γνώση και δημιουργία φοιτητές, νέους δρόμους με πυλώνες την αυτοδυναμία και την εμπιστοσύνη στον ίδιο τους τον εαυτό. Η όραση της μέσω του κλίματος που επικρατούσε στην σχολή της είχε αμβλυνθεί σε σημείο τέτοιο που διαισθητικά προέβλεπε τις επερχόμενες ανελεύθερες εποχές για την χώρα.

Του είχε τείνει τότε το χέρι της να τον πάρει μαζί της στο Παρίσι όπου θα συνέχιζε τις σπουδές της. Η θέση της ξεκάθαρη ήταν, ούτε τον έρωτά της μαζί του θα μπορούσε να ζήσει υπό συνθήκες ανελευθερίας και λογοκρισίας, μήτε το όλο κλίμα θα ενίσχυε την δημιουργικότητά της. Ο Φίλιππος αγνόησε το κάλεσμα της, αδύναμος να αποκολληθεί από τα δεσμά του που περίτεχνα σφυρηλατούσε από τα παιδικά του χρόνια. Το μοναδικό συνδετικό τους στοιχείο αποτέλεσαν τα γράμματα που κρατούσε τώρα στα χέρια του. Γράμματα γεμάτα πόθο σαν μια ελεγεία ενός έρωτα ανεκπλήρωτου, μια ζωής εξορισμένης.

Ανοίγει τον τελευταίο γράμμα με ευλάβεια: “Παρίσι 25 Νοεμβρίου 1984. Αγαπημένε μου Φίλιππε, θα ήθελα να σου εκφράσω καταρχήν τα εγκάρδια συγχαρητήρια μου για την τελευταία σου επαγγελματική επιτυχία. Πάντα το πίστευα πως θα γινόσουν ένας σπουδαίος αρχιτέκτονας, διαφαίνονταν από τα χρόνια της σχολής το πάθος σου. Θέλω να σου εκμυστηρευτώ πως θα η παρουσία σου δίπλα μου αυτή την ώρα θα αποτελούσε για μένα μια υπέρτατη ευτυχία. Δεν αποζητώ τίποτα άλλο από μια αγκαλιά σου, ένα φιλί σου.

Ο άνδρας μου και τα παιδιά μου στέκονται στο πλάι μου αλλά η ψυχή μου μόνο εσένα αποζητά αυτές τις ώρες. Γνωρίζω πως η γραφή μου δεν είναι αυτή που συνήθισες από εμένα αλλά ένα άγχος έχει κατακλείσει κάθε σπιθαμή του είναι μου. Τις προάλλες οι γιατροί διέγνωσαν μια ανωμαλία στο μυελό των οστών, μου είπαν πως πάσχω από μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο και έκριναν απαραίτητη την εισαγωγή μου σε αιματολογική κλινική. Μου πρότειναν μια σειρά χημειοθεραπειών για αρχή αλλά δεν τους είδα αισιόδοξους.

Φοβάμαι τον θάνατο πολύ, νιώθω τις νύκτες την κρύα ανάσα του και όλο το κορμί μου αναριγεί. Αύριο θα εισαχθώ στην κλινική, δύο εβδομάδες είπαν πως θα διαρκέσει ο πρώτο κύκλος. Δεν γνωρίζω σε τι κατάσταση θα είμαι για αυτό θα σου γράψω μόλις βγω. Αν όμως, γιατί υπάρχει και αυτή η πιθανότητα, δεν τα καταφέρω θέλω από εσένα να κοιτάς στον ουρανό τα αστέρια, εκεί θα βλέπεις εμάς, εκεί ανήκει ο έρωτάς μας, όχι πάνω σε τούτη τη γη.

Δεν θέλω να στεναχωριέσαι για μένα, νοερά ποτέ δεν έφυγα από δίπλα σου, στο κρεβάτι κάθε βράδυ ξαπλώνω μαζί σου. Όταν τα μάτια κλείνω, νιώθω σαν να έρχεσαι εσύ και να μου δίνεις το γλυκό φιλί σου για καληνύχτα είκοσι χρόνια τώρα, κάθε βράδυ. Φίλιππε, σε αγαπώ… Πάντα δική σου, Άννα¨.

Αναστατωμένος σηκώνεται από το γραφείο του προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Αναρωτιέται πόσο πόνο, πόση χαρά είναι δυνατόν να εμπεριέχουν οι τόσο δα μικρές σταγονίτσες που από τις κόγχες των ματιών κυλούν. Αγγίζει απαλά τα γράμματα, νιώθει πως είναι τα μόνα που αποκλειστικά του ανήκουν, το δικό του παρελθόν, κομμάτι της ψυχής του που άλλος δεν έχει δικαίωμα να έχει πρόσβαση.

Το σπίτι τώρα του μοιάζει κακοφορμισμένο νοτερό κελί και μια έντονη επιθυμία απόδρασης τον κυριεύει. Παίρνει τα γράμματα πάνω από το γραφείο και βγαίνει έξω, αποζητά να εξαγνιστεί από του ήλιου το λαμπερό φως.

Στον πρώτο κάδο που βρίσκει τα πετάει, κίνηση λυτρωτική, τώρα γνωρίζει πως αυτά θα χαθούν με τον δικό του θάνατο, ένας ελάχιστος φόρος τιμής προς τη μοναδική γυναίκα-σύντροφο στη ζωή του. Ανάλαφρος πια αφήνει την Άννα να τον οδηγήσει από το χέρι, ένας περίπατος δύο νεαρών εραστών.

Την παρατηρεί πάνω στις αχτίδες του ήλιου να παίζει μαζί του ένα είδος κρυφτού εκμεταλλευόμενη τις φυλλωσιές των νεραντζιών παρασύροντας ταυτόχρονα με την ορμή της το μεθυστικό τους άρωμα.

Η νύχτα έχει απλώσει πια το αισθησιακό της πέπλο πάνω από την πόλη. Ο ερωτισμός που αποπνέει το αυγουστιάτικο φεγγάρι το οδηγεί σχεδόν σαν υπνωτισμένο να τοποθετήσει στο pick up τον δίσκο ¨30 Νυχτερινά¨ του Μάνου Χατζιδάκι. Αφήνει ανοικτό το ακουστικό του τηλεφώνου του, η νύχτα σήμερα ανήκει στους δυο τους, στο παρελθόν τους, στο παρόν τους, στο μέλλον τους.

Γεμίζει την μπανιέρα του και υπό την μουσική υπόκρουση του ¨βαλς των χαμένων ονείρων¨ χάνετε κάτω από το νερό. Ξαφνικά την ακούει να του ψιθυρίζει στο αυτί πως δεν θα του συγχωρούσε ποτέ μια τόσο εγωιστική πράξη όπως η αυτοκτονία, θα αποτελούσε μέγιστη προδοσία του έρωτά τους.

Πετάγετε αλαφιασμένος έξω από το νερό ψάχνοντας κάπου να την δει κρυμμένη σε κάποια γωνία. Παίρνει την απόφαση για πρώτη φορά στη ζωή του να μην παραιτηθεί από την ζωή του, οφείλει να αποκαταστήσει την μνήμη της.

 

Annez

Ενθυμούμενοι την Λήθη

Αναδρομικοί Έκθεση Γλυπτικής

Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών Α.Π.Θ.

15 Απριλίου 2012

Μισός αιώνας από την στιγμή που τα χείλη σου άγγιξα.

15 Απριλίου 1962 το πρώτο μας φιλί, θυμάσαι Άννα…

 

του Σάββα Λαζαρίδη

Previous Article

Δημιουργώντας Τέχνη : Στο Εσωτερικό Ενός Από Τα Πιο Φημισμένα Εργοστάσια Κατασκευής Πιάνο.

Next Article

Η εκπληκτική έκθεση ανθρώπινων σωμάτων “Body Worlds”

Διαβάστε επίσης: